Κυριακή, 2 Μαΐου 2010

ΚΑΤΑΡΑ ΣΤΟΥΣ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΣ.

Κατάρες

Τη μαύρη μου κατάρα να έχεις. Χρυσό να πιάνεις χώμα να γίνεται. Οτι μου έκανες από το θεό να το βρεις. Να σέρνεσαι σαν το φίδι. Οσοι σε βλέπουνε να σε λυπούνται. Να σε φάνε τα κοράκια. Βρύση με νερό να μην βρεις στο δρόμο σου να ξεδιψάσεις. Ο θεός να αποτρέψει τα μάτια του από πάνω σου. Ο σατανάς να σε κάνει δικό του. Χαρά μη δεις στα σκέλια σου.

Ρε αθεόφοβε ξέρεις πόσος κόσμος θα πεθάνει προ της ώρας του? Ξέρεις πόσος κόσμος θα πεινάσει? Ξέρεις ρε αθεόφοβε ποιους αφήνεις νηστικούς? Αυτή τη γεννιά που στέργιωσε την Ελλάδα. Αυτή που έχτισε την Αθήνα. Που κουβάλαγε μπετόν με το τενεκέ στον ώμο. Που η τροφή τους ήταν τα περίφημα πλατάρια, τα φτερά από τα κοτόπουλα. Αυτοί που κολατσίζανε στη σκαλωσιά. Αυτή που πήγαιναν με τα πόδια Αθήνα-Πειραιά.

Κατάρα λοιπόν στους δολοφόνους.